Ιματιοθήκη

ΠΟΝΤΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

Α/ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΟΡΕΣΙΑ: «Τα ΖΙΠΟΥΝΑΣ ή ΖΟΥΠΟΥΝΑΣ»


Τα ζουπούνας έχουν βυζαντινή προέλευση και το όνομά τους το παίρνουν από το βασικό ένδυμα που καθορίζει τη γιορτινή και νυφιάτικη φορεσιά. Είναι μακρύ φόρεμα με επένδυση και μακριά μανίκια, γιαυτό και ενδυματολογικά κατατάσσεται στις φορεσιές με «καβάδι».
Οι ζουπούνες για τις νέες περιλαμβάνουν τα παρακάτω ενδύματα και κοσμήματα:

  1. Ζουπούνα: μακριμάνικο επενδυμένο μακρύ ένδυμα με άνοιγμα μπροστά που κλείνει με κουμπιά υφασμάτινα ή μεταλλικά ή πλεγμένα σε γαϊτάνι. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν  ήταν:  κουτνί (ριγωτό πολύχρωμο βαμβακερό ύφασμα), δαμάσκο (χοντό μπροκάρ ύφασμα που στην ύφανσή του σχηματίζει λουλούδι), σοά σοβάζ(άγριο μετάξι), μεταξωτό μουαρέ (ύφασμα που κάνει νερά) και βελούδο Γερμανίας.Η επένδυση ήταν από κάποτο(βαμβακερό ύφασμα), συνήθως λευκό.
  2. Σαλβάρι: φαρδιά βράκα που το μήκος του έφτανε ως τους αστραγάλους αλλά έδενε κάτω από το γόνατο σχηματίζοντας πολλές πτυχές κι έτσι λειτουργούσε σα φουρό για να στήνεται όμορφα η ζουπούνα.Το ύφασμά του ήταν ατλάζι (μετάξι κρουστό) και το εσωτερικό του ήταν επενδυμένο με κάποτο.
  3. Καμίσι: κοντό λευκό πουκάμισο από μεταξωτό ή βαμβακερό ύφασμα που ήταν ανοιχτό μπροστά και το σταύρωναν στο στήθος. Τα τελειώματα τα στόλιζαν με ευρωπαική δαντέλα.
  4.  Σπαλέρ’: Αντί του πουκάμισου σε αρκετές περιοχές του Πόντου φορούσαν ένα είδος κεντημένης σαλιάρας που κάλυπτε το στέρνο.
  5. Ζωνάρι: ζωνάρι σε σχήμα ορθογώνιο που διπλώνει σε τρίγωνο και μπορεί να είναι τριών ειδών: πολύχρωμο μάλλινο- το λαχόρι(ν)- πολύχρωμο μεταξωτό με πυκνές ραβδώσεις κάθετες ή και οριζόντιες και με κλεμία και πισκούλια-το τραπολόζι(ν)- ή λευκό απρομέταξο για νυφικό.
  6.  Χρυσόν κατιφέ: βελούδινη ζακέτα μαύρη ή μελιτζανί ή βυσσινί με διακόσμηση από σιρίτι χρυσό ή ασημένιο.
  7. Τεπελίκι(ν), τάπλα, κουρσίν: το κόσμημα της κεφαλής που μπορεί να είναι διαφόρων ειδών ανάλογα με την κάλυψη της επίπεδης κυκλικής επιφάνειάς του, δηλαδή μεταλλικό σφυρίλατο ή συρμάτινο ή χρυσοκεντημένο (κουρσίν) ή καλυμένο με φλουριά.
  8. Οι μεγαλύτερες σε ηλικία προσθέτανε συνήθως και τη φοτά ή πισταμπάλι(ν), τη ριγωτή μεταξωτή ποδιά που την έδεναν πίσω. Στη Ματσούκα δενόταν στο πλάι.
  9. Πανωφόρια ήταν: το κοντογούνιν, κοντή βελούδινη ζακέτα με γούνα και το μακρυγούνιν, μακρύ παλτό από τσόχα και γούνα.

Ματσούκα
Η ζουπούνα και το σαλβάρι είναι πιό στενά και κοντά. Πάνω από τη ζουπούνα φορούσαν το σπαλέρ’ ή σπαρέλ’ στο στέρνο, κεντημένο με κορδόνι χρυσό ή ασημένιο ή ρεγιόν και στη μέση το ζωνάρι που το επίσημο ήταν το μεταξωτό τραπολόζ’. Για πανωφόριν είχαν απλή ζακέτα τη σαλταμάνγκα. Το κάτω μέρος του σώματος το σκέπαζαν τυλίγοντας το με τη μάλλινη ή βαμβακερή ποδιά την κοκνέτσα. Στο κεφάλι φορούσαν δύο μαντήλια που δένονταν σφιχτά στο κεφάλι.
Τα ΤΣΟΧΑΣ
Ονομασία της γιορτινής φορεσιάς της επτάκωμης ορεινής Σάντας. Οι Σανταίοι μετανάστες τη μετέφεραν στην περιοχή της Τσάλκας στη Γεωργία και τη διέσωσαν μέχρι σήμερα.Παρουσιάζει τις παρακάτω ιδιαιτερότητες:

  1. Στις γιορτινές περιστάσεις φορούσαν δύο ή και τρεις ριγωτές ζουπούνες, τη μια πάνω από την άλλη
  2. Πάνω από τις ζουπούνες φορούσαν τσόχινο μακρύ πανωφόρι συνήθως μαύρο ή κυπαρισσί ή μπλε, που το ονόμαζαν τσόχα
  3. Πάνω από το πανωφόρι έδεναν τσόχινη ποδιά συνήθως κόκκινη  
  4. Εσωτερικά φορούσαν σπαλέρι από βελούδο ύφασμα χρυσοκεντημένο
  5. Στο κεφάλι δενόταν σκουρόχρωμο  μαντήλι μόνο του ή πάνω από κουρσίν

Γυναικεία κοσμήματα

  • Χιλάλ’(το): πλεχτή κορδέλα από χρυσό νήμα με σειρά φλουριών που φορούσαν στο μέτωπο. Χιλάλ’ δεν φορούσαν τα κορίτσια.
  • Σκουλαρίκια: από ασήμι ή χρυσό, συνήθως καφασωτά και επιμήκη. Κάποιες φορές είχαν πάνω μαργαριτάρια ή και χρωματιστές πέτρες. Οι μη εύπορες Πόντιες φορούσαν σκουλαρίκια με ψευτοφλουριά και χάντρες.
  • Γκερτανλούκ’: Περιδέραιο με φλουριά, χάντρες και νομίσματα ασημένια ή χρυσά στην περίμετρο. Ήταν φτιαγμένο από τη σύνδεση σειράς αλυσίδων χρυσών ή ασημένιων ή από κομμάτια αλυσίδων, σε διάφορα σχήματα, ραμμένα σε στρενή λωρίδα από τσόχα και δενόταν πίσω στον αυχένα.
  • Κουστίν (το): σειρά φλουριών που ήταν τρυπημένα και ραμμένα το ένα μετά το άλλο. Συχνά ήταν ραμμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να σχηματίζεται τρίγωνο οι γωνίες του οποίου ήταν πάνω προς τον λαιμό, ενώ η τρίτη γωνία κατέληγε στο κάτω μέρος έχοντας σταυρό ή πεντόλιρο ή τη γέννηση του Χριστού.
  • Μπογαζσκιστή (η): χρυσό κόσμημα ή ασημένιο (περιλαίμιο) που έκλεινε μπροστά με χαραγμένο το μονόγραμμα της γυναίκας που το φορούσε.
  • Βραχάλα (τα) βραχιόλια: κρίκοι ασημένιοι ή χρυσοί ή πλεκτά από λεπτές αλυσίδες ασημένιες, επίχρυσες ή χρυσές. Το βραχιόλι μπορεί να ήταν και χειροπέδα ανίστοιχη με το μπογαζσκιστή συνήθως μεγαλύτερου φάρδους από το περιλαίμιο. Τα ευτελή και συνηθισμένα βραχιόλια ήταν γυάλινοι κρίκοι σε διάφορα χρώματα.
  • Καρδίτσα (η): χρυσό ή ασημένιο κόσμημα σε σχήμα καρδιάς με κορδόνι μεταξωτό ή αντίστοιχη αλυσίδα.
  • Σταυρόν (το): ασημένιος χρυσός σταυρός με αλυσίδα.
  • Ώρα (η): ρολόι χρυσό ή επίχρυσο ή ασημένιο με λεπτό μαύρο μεταξωτό κορδόνι ή αλυσίδα (κιοστέκ) και καδένα που έμπαινε στο μέρος της ζώνης μπροστά συνήθως αριστερά.
  • Κοχλίδ (το): χρυσή ή ασημένια αλυσίδα σε σχήμα κομπολογιού που τυλιγόταν στο λαιμό και ελεύθερη κατέβαινε στο στήθος μέχρι τον ομφαλό ή και κάτω από αυτόν.
  • Δαχτυλίδια (τα): απλά και ευτελή συνήθως στα χωριά από κασσίτερο ή ορείχαλκο σε σχήμα κρίκου ή αργυρά ή επίχρυσα ή χρυσά, με πολύτιμους λίθους σε διάφορα χρώματα, πολλές φορές μάλιστα και με διαμάντια ή μαργαριτάρια.
  • Τιτίκια: κόσμημα των πλεξούδων που αποτελείται από επτά ασημένιες αλυσίδες, από τις οποίες η κάθε μια είχε στην άκρη ένα πεντόγροσσο φλουρί. Μπορούσε να έχει και ματοζήνιχα(γαλάζιες χάντρες) προς αποφυγή της βασκανίας.
  • Τσαφ (το): διπλή σειρά από ασημένιες αλυσίδες που είχαν στα δύο άκρα ασημένια διακοσμητικά και επίχρυσα μονόγροσσα ή ψευτοφλουριά.

Β/ ΑΝΔΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ: «Τα ΖΙΠΚΑΣ»

 

Τα ζίπκας περιλαμβάνουν τα παρακάτω τμήματα με τη σειρά που φοριούνται:

  • Ζίπκα: παντελόνι με στενά σκέλη και φαρδιά σούρα στο πίσω μέρος. Η ζίπκα δίνει και το όνομα στο σύνολο της φορεσιάς. Η ζίπκα- και όλη η φορεσιά- φτιαχνόταν είτε από ντόπιο μαύρο ύφασμα είτε από γαλλικό ύφασμα σε χρώμα καφέ ή ανοιχτό γαλάζιο
  • Καμίς(ιν)
  • Γελέκι(ιν)
  • Ζωνάρι, το γιορτινό είναι το μεταξωτό που ονομάζεται τραπολόζ(ιν)
  • Κοντέσ’, κοντό πανωφόρι
  • Τσάπουλας, χαμηλά υποδήματα
  • Μέστε, δηλαδή περικνημίδες πλεχτές η και δερμάτινες
  • Πασλύκ’ ή κουκούλα, το ιδιόμορφο κάλυμα κεφαλής που δένεται με διάφορους τρόπους
  • Σαλταμάνγκα: (τσόχινο πανωφόρι)

Όλη η φορεσιά ήταν κεντημένη με κορδόνι μαύρο ρεγιόν.
Τα ζίπκας ανάλογα με την περίσταση συμπληρώνονταν με διάφορα εξαρτήματα.


Κοσμήματα και ποικίλος οπλισμός:

  • Το κιοστέκ,την ασημένια αλυσίδα
  • Το χαμαϊλί και το εγκόλπιο, ασημένια φυλαχτά
  • Το κοβοϋσ’ ή γαβλούχ, την καπνοσακούλα
  • Τη ματαράν, θήκη για πυρίτιδα
  • Τα φυσεκλίκια
  • Το σιλαχλίκ’, δερμάτινη ζώνη-θήκη και στερεωνόταν σε αυτό
  • Το καροκουλάκ’, μεγάλο μαχαίρι και
  • Το ταπαντζάν, πιστόλι
  • Η ώρα : ρολόι χρυσό ή επίχρυσο ή ασημένιο με αλυσίδα (κιοστέκ) και καδένα που έμπαινε στο μέρος της ζώνης μπροστά συνήθως αριστερά.


ΛΕΖΑΝΤΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ


ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ: Η πιο διαδεδομένη φορεσιά πάνω στο πατρόν της οποίας βασίζονται οι υπόλοιπες γυναικείς ενδυμασίες του Πόντου. Η ζουπούνα (το μακρύ φόρεμα) φτάνει ως τους αστραγάλους και είναι μονοκόμματο χωρίς ραφή στους ώμους, σε ίσια γραμμή σχηματίζοντας Α χάρη στα 4 κομμάτια του ξεκινούν από τη μέση στενά και καταλήγουν κάτω σε φάρδος 20 εκατοστών. Έχει άνοιγμα στο στήθος που κλείνει με κουμπιά. Τα μανίκια είναι στενά με ανοίγματα 10 εκατ. τα οποία είναι κεντημένα γαϊτάνι με 4 κουμπιά.

ΚΕΡΑΣΟΥΝΤΑΣ: Δεν διαφέρει από της Τραπεζούντας μόνο που το ύφασμα ήταν μεταξωτό μπροκάρ που στην ύφανσή του σχηματίζει λουλούδι. Μπορούσε να είναι και κουτνί, δαμάσκο, σοά σοβάζ ή μεταξωτό μουαρέ.

ΤΡΙΠΟΛΗΣ:  Δεν διαφέρει από της Τραπεζούντας μόνο που το ταραπολούζ στη μέση ήταν  λευκό μεταξωτό, όπως και στην Οινόη και στο Καρς.



ΧΑΛΔΙΑΣ-ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ: Το πατρόν είναι παρόμοιο με της Τραπεζούντας. Η διαφορά είναι στο μανίκι, το γιακά και την πατηλέτα, τα οποία είναι σε άλλο χρώμα και το μανίκι διπλώνει προς τα επάνω.

ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ: Η ζουπούνα κλείνει σταυρωτά στο αριστερό πλάι και όχι στο κέντρο και είναι πιο κοντή από της Τραπεζούντας.Το ύφασμά της είναι κουτνί ριγωτό βαμβακομέταξο. Για πανωφόρι φορούσαν σαλταμάγκα (κοντό τσόχινο ζακετάκι). Πάνω από τη ζουπούνα φορούσαν ζωνάρι υφαντό (κοκνέτσα) και από πάνω φοτά υφαντή που την έδεναν στο πλάι δεξιά η αριστερά. Στο κεφάλι φορούσαν μαντήλα που δενόταν σε κάποια χωριά  σταυρωτά κάτω από το σαγόνι και πίσω.

ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΝΤΟΥ (ΣΑΜΨΟΥΝΤΑΣ-ΑΜΑΣΕΙΑΣ-ΣΙΝΩΠΗΣ-ΣΑΦΡΑΜΠΟΛΗΣ):Η ζουπούνα έχει παρόμοιο πατρόν με της Τραπεζούντας. Το κυρίως ύφασμά της είναι συνήθως βαλούδο Γερμανίας ή μεταξωτό μουαρέ και ατλάζι (γιακάς,τσέπη και πατιλέτα). Το κέντημα και τα κουμπιά είναι πλεγμένα γαϊτάνι. Περιμετρικά είναι κεντημένα σοτάζ και κορδόνι. Η διαφοροποίηση βρίσκεται στο μανίκι, που στο τελείωμά του σχηματίζει τριά ημικύκλια που είναι και αυτά κεντημένα με σοτάζ και κορδόνι.

ΣΑΝΤΑΣ: Χωρίζεται σε γιορτινή-νυφιάτικη και στην καθημερινή. Αυτή που φορούσαν οι νέες είχε πλούσιο κέντημα στο λαιμό και στα μανίκια, σε αντίθεση με τη λιτή φορεσιά των γυναικών μεγάλης ηλικίας.Εσωτερικά φορούσαν βελούδινο χρυσοκέντητο σπαλέρ’, ριγωτή ζουπούνα, βρακίν και σαλβάρ’. Το πανωφόρι ήταν τσόχινο  και στο κάτω μέρος σχημάτιζε γραμμή Α. Φορούσαν λαχώρ’ και τσόχινη ποδιά. Στο κεφάλι φορούσαν σκουρόχρωμο μαντήλι πάνω από κουρσίν ή μόνο του.

*Οι πληροφορίες προέρχονται κυρίως από την έρευνα της κ.Καλπίδου Λένας, φιλολόγου και εφόρου του μουσείου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών (Αγνώστων Μαρτύρων 73-Άνω Νέα Σμύρνη).




 

FacebookTwitter